στίλβη
•
- μετεωρολογίαη μαρμαρυγή, το τρεμοφέγγισμα ενός άστρου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στίλβη < αρχαία ελληνική στίλβη (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική scintillation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στίλβη | στίλβες |
| Γενική | στίλβης | στιλβών |
| Αιτιατική | στίλβη | στίλβες |
| Κλητική | στίλβη | στίλβες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →