στιλβώνω
•
- για υποδήματαβάφω τα υποδήματα με βερνίκι, για να φρεσκαριστούν, και μετά τα λουστράρω, για να γυαλίσουν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στιλβώνω < μεσαιωνική ελληνική στιλβώνω < ελληνιστική κοινή στιλβόω / στιλβῶ + -ώνω < αρχαία ελληνική στίλβη
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στιλβώνω | στιλβώνεις | στιλβώνει | στιλβώνουμε | στιλβώνετε | στιλβώνουν / στιλβώνουνε |
| Παρατατικός | στίλβωνα | στίλβωνες | στίλβωνε | στιλβώναμε | στιλβώνατε | στίλβωναν / στιλβώναν / στιλβώνανε |
| Αόριστος | στίλβωσα | στίλβωσες | στίλβωσε | στιλβώσαμε | στιλβώσατε | στίλβωσαν / στιλβώσαν / στιλβώσανε |
| Μέλλοντας | θα στιλβώνω / θα στιλβώσω | θα στιλβώνεις / θα στιλβώσεις | θα στιλβώνει / θα στιλβώσει | θα στιλβώνουμε / θα στιλβώσουμε | θα στιλβώνετε / θα στιλβώσετε | θα στιλβώνουν / θα στιλβώνουνε / θα στιλβώσουν / θα στιλβώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω στιλβώσει | έχεις στιλβώσει | έχει στιλβώσει | έχουμε στιλβώσει | έχετε στιλβώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στιλβώσει | είχες στιλβώσει | είχε στιλβώσει | είχαμε στιλβώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στιλβώσει / να στιλβώνω / να στιλβώσω | να έχεις στιλβώσει / να στιλβώνεις / να στιλβώσεις | να έχει στιλβώσει / να στιλβώνει / να στιλβώσει | να έχουμε στιλβώσει / να στιλβώνουμε / να στιλβώσουμε | να έχετε στιλβώσει / να στιλβώνετε / να στιλβώσετε | να στιλβώνουν / να στιλβώνουνε / να στιλβώσουν / να στιλβώσουνε |
| Προστακτική | — | στίλβωνε / στίλβωσε | — | — | στιλβώνετε / στιλβώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →