σταθμός
•
- το μέρος όπου περιμένουμε το λεωφορείο, το τρένο ή άλλο μέσο μεταφοράς Βικιλεξικό
- περιμένω στην αποβάθρα του σταθμού του τρένου
- ειδικές εγκαταστάσεις οργανισμού ή υπηρεσίας Βικιλεξικό
- πυροσβεστικός σταθμός
- ραδιοφωνικός σταθμός
- Οι αντλησιοταμιευτικοί σταθμοί λειτουργούν σαν φυσικές μπαταρίες για μαζική αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας. Γι’ αυτό και μία τέτοια μονάδα αποτελείται από τουλάχιστον δύο ταμιευτήρες με υψομετρική απόσταση. (Αντλησιοταμίευση: Τι είναι και πως θα αλλάξει το ενεργειακό μας τοπίο, Το Βήμα, 16/08/2022 https://www.tovima.gr/print/finance/ora-miden-gia-tin-apothikeysi-energeias/)
- σημαντικό, κομβικό γεγονός που σημαδεύει την ιστορική εξέλιξη Βικιλεξικό
- Η εργασία του Watson (Ουότσον) και του Crick (Κρικ) για το DNA υπήρξε σταθμός στην ιστορία της βιολογίας.
- Η γνωριμία μου με τον Χ ήταν σταθμός στη ζωή μου και στη καριέρα μου.
Ετυμολογία
σταθμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σταθμός (χώρος στάθμευσης στρατιωτών, ταξιδιωτών) : για το σταθμό οχημάτων < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική station : για τις εγκαταστάσεις < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική station : για το σημαντικό γεγονός < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική étape
Άλλοι τύποι
σταθμάσταθμέσταθμοίσταθμούσταθμούςσταθμόσταθμών
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →