Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στεγαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη στέγαση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στεγαστικός < στεγάζω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστεγαστικόςστεγαστικήστεγαστικό
Γενικήστεγαστικούστεγαστικήςστεγαστικού
Αιτιατικήστεγαστικόστεγαστικήστεγαστικό
Κλητικήστεγαστικέστεγαστικήστεγαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστεγαστικοίστεγαστικέςστεγαστικά
Γενικήστεγαστικώνστεγαστικώνστεγαστικών
Αιτιατικήστεγαστικούςστεγαστικέςστεγαστικά
Κλητικήστεγαστικοίστεγαστικέςστεγαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →