στεγαστικός
•
- που έχει σχέση με τη στέγαση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στεγαστικός < στεγάζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στεγαστικός | στεγαστική | στεγαστικό |
| Γενική | στεγαστικού | στεγαστικής | στεγαστικού |
| Αιτιατική | στεγαστικό | στεγαστική | στεγαστικό |
| Κλητική | στεγαστικέ | στεγαστική | στεγαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στεγαστικοί | στεγαστικές | στεγαστικά |
| Γενική | στεγαστικών | στεγαστικών | στεγαστικών |
| Αιτιατική | στεγαστικούς | στεγαστικές | στεγαστικά |
| Κλητική | στεγαστικοί | στεγαστικές | στεγαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →