Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στεγάζω

/steˈɣa.zo/ρήμα
•
  1. καλύπτω έναν χώρο τοποθετώντας στέγη Βικιλεξικό
  2. παρέχω σπίτι ή κατάλυμα Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάπαρέχω χώρο και δυνατότητες να δραστηριοποιηθεί κάποιος Βικιλεξικό
    • Κλείνοντας τόν τόμο, εἶχα τήν αἴσθηση ὅτι, ἐκτός ὅλων τῶν ἄλλων, ἀποτελεῖ καί ἕνα ρέκβιεμ. Ἕνα ρέκβιεμ γιά πολλούς. Ρέκβιεμ, βέβαια, γιά τόν μεγάλο οὐμανιστή ἐκδότη καί τούς φίλους πού ἔφυγαν. Ἔπειτα, γιά τό δημιούργημά του, τά Κείμενα, ἀκόμα καί γιά τό χῶρο ὅπου στεγάστηκαν (Νέα Εστία, τεύχος 1766, Ι.Δ. Κολλάρος και Σια, 2004, σελ. 634)

Ετυμολογία

στεγάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στεγάζω < στέγη

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςστεγάζωστεγάζειςστεγάζειστεγάζουμεστεγάζετεστεγάζουν / στεγάζουνε
Παρατατικόςστέγαζαστέγαζεςστέγαζεστεγάζαμεστεγάζατεστέγαζαν / στεγάζαν / στεγάζανε
Αόριστοςστέγασαστέγασεςστέγασεστεγάσαμεστεγάσατεστέγασαν / στεγάσαν / στεγάσανε
Μέλλονταςθα στεγάζω / θα στεγάσωθα στεγάζεις / θα στεγάσειςθα στεγάζει / θα στεγάσειθα στεγάζουμε / θα στεγάσουμεθα στεγάζετε / θα στεγάσετεθα στεγάζουν / θα στεγάζουνε / θα στεγάσουν / θα στεγάσουνε
Παρακείμενοςέχω στεγάσειέχεις στεγάσειέχει στεγάσειέχουμε στεγάσει——
Υπερσυντέλικοςείχα στεγάσειείχες στεγάσειείχε στεγάσει———
Υποτακτικήνα έχω στεγάσει / να στεγάζω / να στεγάσωνα έχεις στεγάσει / να στεγάζεις / να στεγάσειςνα έχει στεγάσει / να στεγάζει / να στεγάσεινα έχουμε στεγάσει / να στεγάζουμε / να στεγάσουμενα στεγάζετε / να στεγάσετενα στεγάζουν / να στεγάζουνε / να στεγάσουν / να στεγάσουνε
Προστακτική—στέγαζε / στέγασε——στεγάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

στεγάστηκαστεγάζομαιστεγάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →