στεγάζω
•
- καλύπτω έναν χώρο τοποθετώντας στέγη Βικιλεξικό
- παρέχω σπίτι ή κατάλυμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάπαρέχω χώρο και δυνατότητες να δραστηριοποιηθεί κάποιος Βικιλεξικό
- Κλείνοντας τόν τόμο, εἶχα τήν αἴσθηση ὅτι, ἐκτός ὅλων τῶν ἄλλων, ἀποτελεῖ καί ἕνα ρέκβιεμ. Ἕνα ρέκβιεμ γιά πολλούς. Ρέκβιεμ, βέβαια, γιά τόν μεγάλο οὐμανιστή ἐκδότη καί τούς φίλους πού ἔφυγαν. Ἔπειτα, γιά τό δημιούργημά του, τά Κείμενα, ἀκόμα καί γιά τό χῶρο ὅπου στεγάστηκαν (Νέα Εστία, τεύχος 1766, Ι.Δ. Κολλάρος και Σια, 2004, σελ. 634)
Ετυμολογία
στεγάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στεγάζω < στέγη
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στεγάζω | στεγάζεις | στεγάζει | στεγάζουμε | στεγάζετε | στεγάζουν / στεγάζουνε |
| Παρατατικός | στέγαζα | στέγαζες | στέγαζε | στεγάζαμε | στεγάζατε | στέγαζαν / στεγάζαν / στεγάζανε |
| Αόριστος | στέγασα | στέγασες | στέγασε | στεγάσαμε | στεγάσατε | στέγασαν / στεγάσαν / στεγάσανε |
| Μέλλοντας | θα στεγάζω / θα στεγάσω | θα στεγάζεις / θα στεγάσεις | θα στεγάζει / θα στεγάσει | θα στεγάζουμε / θα στεγάσουμε | θα στεγάζετε / θα στεγάσετε | θα στεγάζουν / θα στεγάζουνε / θα στεγάσουν / θα στεγάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω στεγάσει | έχεις στεγάσει | έχει στεγάσει | έχουμε στεγάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στεγάσει | είχες στεγάσει | είχε στεγάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στεγάσει / να στεγάζω / να στεγάσω | να έχεις στεγάσει / να στεγάζεις / να στεγάσεις | να έχει στεγάσει / να στεγάζει / να στεγάσει | να έχουμε στεγάσει / να στεγάζουμε / να στεγάσουμε | να στεγάζετε / να στεγάσετε | να στεγάζουν / να στεγάζουνε / να στεγάσουν / να στεγάσουνε |
| Προστακτική | — | στέγαζε / στέγασε | — | — | στεγάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
στεγάστηκαστεγάζομαιστεγάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →