στεγνωτικός
•
- που έχει σχέση με το στέγνωμα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοχημική ουσία που συμβάλλει στο γρηγορότερο στέγνωμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στεγνωτικός < στεγνώνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στεγνωτικός | στεγνωτική | στεγνωτικό |
| Γενική | στεγνωτικού | στεγνωτικής | στεγνωτικού |
| Αιτιατική | στεγνωτικό | στεγνωτική | στεγνωτικό |
| Κλητική | στεγνωτικέ | στεγνωτική | στεγνωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στεγνωτικοί | στεγνωτικές | στεγνωτικά |
| Γενική | στεγνωτικών | στεγνωτικών | στεγνωτικών |
| Αιτιατική | στεγνωτικούς | στεγνωτικές | στεγνωτικά |
| Κλητική | στεγνωτικοί | στεγνωτικές | στεγνωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →