Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στεγνωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το στέγνωμα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοχημική ουσία που συμβάλλει στο γρηγορότερο στέγνωμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στεγνωτικός < στεγνώνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστεγνωτικόςστεγνωτικήστεγνωτικό
Γενικήστεγνωτικούστεγνωτικήςστεγνωτικού
Αιτιατικήστεγνωτικόστεγνωτικήστεγνωτικό
Κλητικήστεγνωτικέστεγνωτικήστεγνωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστεγνωτικοίστεγνωτικέςστεγνωτικά
Γενικήστεγνωτικώνστεγνωτικώνστεγνωτικών
Αιτιατικήστεγνωτικούςστεγνωτικέςστεγνωτικά
Κλητικήστεγνωτικοίστεγνωτικέςστεγνωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →