Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στερεοφωνικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη στερεοφωνία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοστερεοφωνικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στερεοφωνικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική stereophonic ή γαλλική stéréophonique < αρχαία ελληνική στερεός + φωνή

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστερεοφωνικόςστερεοφωνικήστερεοφωνικό
Γενικήστερεοφωνικούστερεοφωνικήςστερεοφωνικού
Αιτιατικήστερεοφωνικόστερεοφωνικήστερεοφωνικό
Κλητικήστερεοφωνικέστερεοφωνικήστερεοφωνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστερεοφωνικοίστερεοφωνικέςστερεοφωνικά
Γενικήστερεοφωνικώνστερεοφωνικώνστερεοφωνικών
Αιτιατικήστερεοφωνικούςστερεοφωνικέςστερεοφωνικά
Κλητικήστερεοφωνικοίστερεοφωνικέςστερεοφωνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →