στερεότυπος
•
- που τυπώθηκε με τη μέθοδο της στερεοτυπίας Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου επαναλαμβάνεται χωρίς αλλαγές, που δεν έχει ποικιλία Βικιλεξικό
- φιλολογίαπου έχει τυπωθεί χωρίς ερμηνευτικά σχόλια και περικοπές Βικιλεξικό
- στερεότυπη έκδοση Λιψίας, στερεότυπη έκδοση Οξφόρδης
- Πήρε την παλιά μεγάλη στερεότυπη έκδοση που είχε και την άνοιξε στο "Συμπόσιο". (Ίων Δραγούμης (1914) Σώνουν οι μάρτυρες! [διήγημα])
Ετυμολογία
στερεότυπος < λόγιο ενδογενές δάνειο: λόγιο δάνειο από τη γαλλική stéréotype < αρχαία ελληνική στερεός + τύπος. Μορφολογικά αναλύεται σε στερεό- + -τυπος.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στερεότυπος | στερεότυπη | στερεότυπο |
| Γενική | στερεότυπου | στερεότυπης | στερεότυπου |
| Αιτιατική | στερεότυπο | στερεότυπη | στερεότυπο |
| Κλητική | στερεότυπε | στερεότυπη | στερεότυπο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στερεότυποι | στερεότυπες | στερεότυπα |
| Γενική | στερεότυπων | στερεότυπων | στερεότυπων |
| Αιτιατική | στερεότυπους | στερεότυπες | στερεότυπα |
| Κλητική | στερεότυποι | στερεότυπες | στερεότυπα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →