στηθοσκοπώ
•
- ιατρικήεξετάζω όργανα στην περιοχή του στήθους ή της θωρακικής κοιλότητας με στηθοσκόπιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στηθοσκοπώ < στήθος + -ο- + -σκοπώ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική stéthoscoper)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στηθοσκοπώ | στηθοσκοπείς | στηθοσκοπεί | στηθοσκοπούμε | στηθοσκοπείτε | στηθοσκοπούν / στηθοσκοπούνε |
| Παρατατικός | στηθοσκοπούσα | στηθοσκοπούσες | στηθοσκοπούσε | στηθοσκοπούσαμε | στηθοσκοπούσατε | στηθοσκοπούσαν / στηθοσκοπούσανε |
| Αόριστος | στηθοσκόπησα | στηθοσκόπησες | στηθοσκόπησε | στηθοσκοπήσαμε | στηθοσκοπήσατε | στηθοσκοπήσαν / στηθοσκοπήσανε / στηθοσκόπησαν |
| Μέλλοντας | θα στηθοσκοπήσω / θα στηθοσκοπώ | θα στηθοσκοπήσεις / θα στηθοσκοπείς | θα στηθοσκοπήσει / θα στηθοσκοπεί | θα στηθοσκοπήσουμε / θα στηθοσκοπούμε | θα στηθοσκοπήσετε / θα στηθοσκοπείτε | θα στηθοσκοπήσουν / θα στηθοσκοπήσουνε / θα στηθοσκοπούν / θα στηθοσκοπούνε |
| Παρακείμενος | έχω στηθοσκοπήσει | έχεις στηθοσκοπήσει | έχει στηθοσκοπήσει | έχουμε στηθοσκοπήσει | έχετε στηθοσκοπήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στηθοσκοπήσει | είχες στηθοσκοπήσει | είχε στηθοσκοπήσει | είχαμε στηθοσκοπήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στηθοσκοπήσει / να στηθοσκοπήσω / να στηθοσκοπώ | να έχεις στηθοσκοπήσει / να στηθοσκοπήσεις / να στηθοσκοπείς | να έχει στηθοσκοπήσει / να στηθοσκοπήσει / να στηθοσκοπεί | να έχουμε στηθοσκοπήσει / να στηθοσκοπήσουμε / να στηθοσκοπούμε | να έχετε στηθοσκοπήσει / να στηθοσκοπήσετε / να στηθοσκοπείτε | να στηθοσκοπήσουν / να στηθοσκοπήσουνε / να στηθοσκοπούν / να στηθοσκοπούνε |
| Προστακτική | — | στηθοσκόπει / στηθοσκόπησε | — | — | στηθοσκοπήστε / στηθοσκοπείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →