Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στηθοσκοπώ

ρήμα
•
  1. ιατρικήεξετάζω όργανα στην περιοχή του στήθους ή της θωρακικής κοιλότητας με στηθοσκόπιο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στηθοσκοπώ < στήθος + -ο- + -σκοπώ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική stéthoscoper)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςστηθοσκοπώστηθοσκοπείςστηθοσκοπείστηθοσκοπούμεστηθοσκοπείτεστηθοσκοπούν / στηθοσκοπούνε
Παρατατικόςστηθοσκοπούσαστηθοσκοπούσεςστηθοσκοπούσεστηθοσκοπούσαμεστηθοσκοπούσατεστηθοσκοπούσαν / στηθοσκοπούσανε
Αόριστοςστηθοσκόπησαστηθοσκόπησεςστηθοσκόπησεστηθοσκοπήσαμεστηθοσκοπήσατεστηθοσκοπήσαν / στηθοσκοπήσανε / στηθοσκόπησαν
Μέλλονταςθα στηθοσκοπήσω / θα στηθοσκοπώθα στηθοσκοπήσεις / θα στηθοσκοπείςθα στηθοσκοπήσει / θα στηθοσκοπείθα στηθοσκοπήσουμε / θα στηθοσκοπούμεθα στηθοσκοπήσετε / θα στηθοσκοπείτεθα στηθοσκοπήσουν / θα στηθοσκοπήσουνε / θα στηθοσκοπούν / θα στηθοσκοπούνε
Παρακείμενοςέχω στηθοσκοπήσειέχεις στηθοσκοπήσειέχει στηθοσκοπήσειέχουμε στηθοσκοπήσειέχετε στηθοσκοπήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα στηθοσκοπήσειείχες στηθοσκοπήσειείχε στηθοσκοπήσειείχαμε στηθοσκοπήσει——
Υποτακτικήνα έχω στηθοσκοπήσει / να στηθοσκοπήσω / να στηθοσκοπώνα έχεις στηθοσκοπήσει / να στηθοσκοπήσεις / να στηθοσκοπείςνα έχει στηθοσκοπήσει / να στηθοσκοπήσει / να στηθοσκοπείνα έχουμε στηθοσκοπήσει / να στηθοσκοπήσουμε / να στηθοσκοπούμενα έχετε στηθοσκοπήσει / να στηθοσκοπήσετε / να στηθοσκοπείτενα στηθοσκοπήσουν / να στηθοσκοπήσουνε / να στηθοσκοπούν / να στηθοσκοπούνε
Προστακτική—στηθοσκόπει / στηθοσκόπησε——στηθοσκοπήστε / στηθοσκοπείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →