στιγματίζω
•
- μεταφορικάαποδοκιμάζω έντονα, επικρίνω κάποιον / κάτι Βικιλεξικό
- Στιγματίζουμε την επιπολαιότητα των άλλων.
- κυριολεκτικάδημιουργώ σημάδια, στίγματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στιγματίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή στιγματίζω, (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική stigmatiser ή από την αγγλική stigmatize)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στιγματίζω | στιγματίζεις | στιγματίζει | στιγματίζουμε | στιγματίζετε | στιγματίζουν / στιγματίζουνε |
| Παρατατικός | στιγμάτιζα | στιγμάτιζες | στιγμάτιζε | στιγματίζαμε | στιγματίζατε | στιγμάτιζαν / στιγματίζαν / στιγματίζανε |
| Αόριστος | στιγμάτισα | στιγμάτισες | στιγμάτισε | στιγματίσαμε | στιγματίσατε | στιγμάτισαν / στιγματίσαν / στιγματίσανε |
| Μέλλοντας | θα στιγματίζω / θα στιγματίσω | θα στιγματίζεις / θα στιγματίσεις | θα στιγματίζει / θα στιγματίσει | θα στιγματίζουμε / θα στιγματίσουμε | θα στιγματίζετε / θα στιγματίσετε | θα στιγματίζουν / θα στιγματίζουνε / θα στιγματίσουν / θα στιγματίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω στιγματίσει | έχεις στιγματίσει | έχει στιγματίσει | έχουμε στιγματίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στιγματίσει | είχες στιγματίσει | είχε στιγματίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στιγματίσει / να στιγματίζω / να στιγματίσω | να έχεις στιγματίσει / να στιγματίζεις / να στιγματίσεις | να έχει στιγματίσει / να στιγματίζει / να στιγματίσει | να έχουμε στιγματίσει / να στιγματίζουμε / να στιγματίσουμε | να στιγματίζετε / να στιγματίσετε | να στιγματίζουν / να στιγματίζουνε / να στιγματίσουν / να στιγματίσουνε |
| Προστακτική | — | στιγμάτιζε / στιγμάτισε | — | — | στιγματίζετε / στιγματίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
στιγματίστηκαστιγματίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →