στιγματισμός
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του στιγματίζω Βικιλεξικό
- αν στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης το καραμανλικό σχήμα περί «αριστεροχουντισμού» (που καταγγέλθηκε τότε πάνδημα σαν ασύγγνωστη τερατολογία) απέβλεπε κυρίως στον στιγματισμό και την υπονόμευση μιας Αριστεράς που μειοψηφούσε μεν συντριπτικά στο Κοινοβούλιο αλλά κυριαρχούσε αριθμητικά στο πεζοδρόμιο ... (Χωροταξικός «αριστεροχουντισμός», 16/07/23, efsyn.gr https://www.efsyn.gr/themata/kryfa-hartia/397685_horotaxikos-aristerohoyntismos#goog_rewarded)
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του στιγματίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στιγματισμός < (στιγματίζω) στιγματισ- + -μός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στιγματισμός | στιγματισμοί |
| Γενική | στιγματισμού | στιγματισμών |
| Αιτιατική | στιγματισμό | στιγματισμούς |
| Κλητική | στιγματισμέ | στιγματισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →