στομώνω
•
- για εργαλείακάνω την κόψη λιγότερο κοφτερή Βικιλεξικό
- Στόμωσα το ψαλίδι γιατί παραήταν επικίνδυνο. Κόντεψα να κόψω το δάχτυλό μου.
- μεταφορικάμειώνω την ικανότητα Βικιλεξικό
- στομώνει ο νους και η σκέψη μου από τον πανικό
- σπάνιοενισχύω την κόψη εργαλείου, την κάνω πιο γερή και ανθεκτική, είτε βυθίζοντας ζεστό το μέταλλο σε κρύο νερό, είτε επενδύοντας με ατσάλι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στομώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική στομώνω < αρχαία ελληνική στομόω / στομῶ. Δείτε και στόμα
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στομώνω | στομώνεις | στομώνει | στομώνουμε | στομώνετε | στομώνουν / στομώνουνε |
| Παρατατικός | στόμωνα | στόμωνες | στόμωνε | στομώναμε | στομώνατε | στομώναν / στομώνανε / στόμωναν |
| Αόριστος | στόμωσα | στόμωσες | στόμωσε | στομώσαμε | στομώσατε | στομώσαν / στομώσανε / στόμωσαν |
| Μέλλοντας | θα στομώνω / θα στομώσω | θα στομώνεις / θα στομώσεις | θα στομώνει / θα στομώσει | θα στομώνουμε / θα στομώσουμε | θα στομώνετε / θα στομώσετε | θα στομώνουν / θα στομώνουνε / θα στομώσουν / θα στομώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω στομώσει | έχεις στομώσει | έχει στομώσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στομώσει | είχες στομώσει | είχε στομώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στομώσει / να στομώνω / να στομώσω | να έχεις στομώσει / να στομώνεις / να στομώσεις | να έχει στομώσει / να στομώνει / να στομώσει | να στομώνουμε / να στομώσουμε | να στομώνετε / να στομώσετε | να στομώνουν / να στομώνουνε / να στομώσουν / να στομώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε στομωμένο / στόμωνε / στόμωσε | — | — | στομώνετε / στομώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
στομώθηκαστομώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →