στοχασιά
•
- λαϊκότροποη σκέψη, το να σκέφτομαι Βικιλεξικό
- λαϊκότροποτο να ενεργεί κανείς ύστερα από μελέτη και με σύνεση Βικιλεξικό
- το ζήτημα αντιμετωπίστηκε με στοχασιά
- λαϊκότροποβαθιά σκέψη, η ιδιότητα του στοχαστικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στοχασιά < στόχασ(η) + -ιά < στοχάζομαι < αρχαία ελληνική στόχος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στοχασιά | στοχασιές |
| Γενική | στοχασιάς | στοχασιών |
| Αιτιατική | στοχασιά | στοχασιές |
| Κλητική | στοχασιά | στοχασιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →