Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στοχαστής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που στοχάζεται, που σκέφτεται θεωρητικά ζητήματα ή ασχολείται με θέματα υψηλού προβληματισμού (για τον άνθρωπο, την κοινωνία, τις αξίες, τη ζωή κ.λπ.) Βικιλεξικό
    • ο Καζαντζάκης υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες στοχαστές του αιώνα
    • Μέσα στο κλίμα της ρομαντικής μελαγχολίας, ο ήρωας, ο βυρωνικός, ο στοχαστής, ο ποιητής δεν είχε άλλο τρόπο να αποδείξει το υπαρξιακό βάθος και την αγωνία του, την αισθητική και την ευαισθησία του, παρά μόνο με την «αριστοκρατική» μελαγχολία, την απόσταση από τα εγκόσμια, τη ρομαντική ανία (Μίμης Ανδρουλάκης, Μν, γυναικείο αντιμυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2000, σελ. 160)
  2. ο συνειδητά σκεπτόμενος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στοχαστής < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή στοχαστής (που στοχεύει, που προσπαθεί να μαντέψει) < στοχάζομαι < στόχος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστοχαστήςστοχαστές
Γενικήστοχαστήστοχαστών
Αιτιατικήστοχαστήστοχαστές
Κλητικήστοχαστήστοχαστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →