στρατιωτικοποιώ
•
- στρατιωτικός όροςεγκαθιστώ σε μια περιοχή στρατιωτικές δυνάμεις, ώστε να ελέγχεται απ’ αυτές, και (ενδεχομένως) την οχυρώνω και επιβάλλω σ’ αυτή στρατιωτική δομή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στρατιωτικοποιώ < στρατιωτικός + -ποιώ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική militariser)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στρατιωτικοποιώ | στρατιωτικοποιείς | στρατιωτικοποιεί | στρατιωτικοποιούμε | στρατιωτικοποιείτε | στρατιωτικοποιούν / στρατιωτικοποιούνε |
| Παρατατικός | στρατιωτικοποιούσα | στρατιωτικοποιούσες | στρατιωτικοποιούσε | στρατιωτικοποιούσαμε | στρατιωτικοποιούσατε | στρατιωτικοποιούσαν / στρατιωτικοποιούσανε |
| Αόριστος | στρατιωτικοποίησα | στρατιωτικοποίησες | στρατιωτικοποίησε | στρατιωτικοποιήσαμε | στρατιωτικοποιήσατε | στρατιωτικοποίησαν / στρατιωτικοποιήσαν / στρατιωτικοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα στρατιωτικοποιήσω / θα στρατιωτικοποιώ | θα στρατιωτικοποιήσεις / θα στρατιωτικοποιείς | θα στρατιωτικοποιήσει / θα στρατιωτικοποιεί | θα στρατιωτικοποιήσουμε / θα στρατιωτικοποιούμε | θα στρατιωτικοποιήσετε / θα στρατιωτικοποιείτε | θα στρατιωτικοποιήσουν / θα στρατιωτικοποιήσουνε / θα στρατιωτικοποιούν / θα στρατιωτικοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω στρατιωτικοποιήσει | έχεις στρατιωτικοποιήσει | έχει στρατιωτικοποιήσει | έχουμε στρατιωτικοποιήσει | έχετε στρατιωτικοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στρατιωτικοποιήσει | είχες στρατιωτικοποιήσει | είχε στρατιωτικοποιήσει | είχαμε στρατιωτικοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στρατιωτικοποιήσει / να στρατιωτικοποιήσω / να στρατιωτικοποιώ | να έχεις στρατιωτικοποιήσει / να στρατιωτικοποιήσεις / να στρατιωτικοποιείς | να έχει στρατιωτικοποιήσει / να στρατιωτικοποιήσει / να στρατιωτικοποιεί | να έχουμε στρατιωτικοποιήσει / να στρατιωτικοποιήσουμε / να στρατιωτικοποιούμε | να έχετε στρατιωτικοποιήσει / να στρατιωτικοποιήσετε / να στρατιωτικοποιείτε | να στρατιωτικοποιήσουν / να στρατιωτικοποιήσουνε / να στρατιωτικοποιούν / να στρατιωτικοποιούνε |
| Προστακτική | — | στρατιωτικοποίει / στρατιωτικοποίησε | — | — | στρατιωτικοποιήστε / στρατιωτικοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →