στριγκλίζω
•
- φωνάζω με τόνο οξύ και διαπεραστικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στριγκλίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική στριγγλίζω < ελληνιστική κοινή στρίγξ (κουκουβάγια)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στριγκλίζω | στριγκλίζεις | στριγκλίζει | στριγκλίζουμε | στριγκλίζετε | στριγκλίζουν / στριγκλίζουνε |
| Παρατατικός | στρίγκλιζα | στρίγκλιζες | στρίγκλιζε | στριγκλίζαμε | στριγκλίζατε | στρίγκλιζαν / στριγκλίζαν / στριγκλίζανε |
| Αόριστος | στρίγκλισα | στρίγκλισες | στρίγκλισε | στριγκλίσαμε | στριγκλίσατε | στρίγκλισαν / στριγκλίσαν / στριγκλίσανε |
| Μέλλοντας | θα στριγκλίζω / θα στριγκλίσω | θα στριγκλίζεις / θα στριγκλίσεις | θα στριγκλίζει / θα στριγκλίσει | θα στριγκλίζουμε / θα στριγκλίσουμε | θα στριγκλίζετε / θα στριγκλίσετε | θα στριγκλίζουν / θα στριγκλίζουνε / θα στριγκλίσουν / θα στριγκλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω στριγκλίσει | έχεις στριγκλίσει | έχει στριγκλίσει | έχουμε στριγκλίσει | έχετε στριγκλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στριγκλίσει | είχες στριγκλίσει | είχε στριγκλίσει | είχαμε στριγκλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στριγκλίσει / να στριγκλίζω / να στριγκλίσω | να έχεις στριγκλίσει / να στριγκλίζεις / να στριγκλίσεις | να έχει στριγκλίσει / να στριγκλίζει / να στριγκλίσει | να έχουμε στριγκλίσει / να στριγκλίζουμε / να στριγκλίσουμε | να έχετε στριγκλίσει / να στριγκλίζετε / να στριγκλίσετε | να στριγκλίζουν / να στριγκλίζουνε / να στριγκλίσουν / να στριγκλίσουνε |
| Προστακτική | — | στρίγκλιζε / στρίγκλισε | — | — | στριγκλίζετε / στριγκλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →