Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στριγκλίζω

/stɾiŋˈɡli.zo/ρήμα
•
  1. φωνάζω με τόνο οξύ και διαπεραστικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στριγκλίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική στριγγλίζω < ελληνιστική κοινή στρίγξ (κουκουβάγια)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςστριγκλίζωστριγκλίζειςστριγκλίζειστριγκλίζουμεστριγκλίζετεστριγκλίζουν / στριγκλίζουνε
Παρατατικόςστρίγκλιζαστρίγκλιζεςστρίγκλιζεστριγκλίζαμεστριγκλίζατεστρίγκλιζαν / στριγκλίζαν / στριγκλίζανε
Αόριστοςστρίγκλισαστρίγκλισεςστρίγκλισεστριγκλίσαμεστριγκλίσατεστρίγκλισαν / στριγκλίσαν / στριγκλίσανε
Μέλλονταςθα στριγκλίζω / θα στριγκλίσωθα στριγκλίζεις / θα στριγκλίσειςθα στριγκλίζει / θα στριγκλίσειθα στριγκλίζουμε / θα στριγκλίσουμεθα στριγκλίζετε / θα στριγκλίσετεθα στριγκλίζουν / θα στριγκλίζουνε / θα στριγκλίσουν / θα στριγκλίσουνε
Παρακείμενοςέχω στριγκλίσειέχεις στριγκλίσειέχει στριγκλίσειέχουμε στριγκλίσειέχετε στριγκλίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα στριγκλίσειείχες στριγκλίσειείχε στριγκλίσειείχαμε στριγκλίσει——
Υποτακτικήνα έχω στριγκλίσει / να στριγκλίζω / να στριγκλίσωνα έχεις στριγκλίσει / να στριγκλίζεις / να στριγκλίσειςνα έχει στριγκλίσει / να στριγκλίζει / να στριγκλίσεινα έχουμε στριγκλίσει / να στριγκλίζουμε / να στριγκλίσουμενα έχετε στριγκλίσει / να στριγκλίζετε / να στριγκλίσετενα στριγκλίζουν / να στριγκλίζουνε / να στριγκλίσουν / να στριγκλίσουνε
Προστακτική—στρίγκλιζε / στρίγκλισε——στριγκλίζετε / στριγκλίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →