Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συγγραφή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη ενέργεια ή αποτέλεσμα του συγγράφω, η διαδικασία της σύνταξης ενός κειμένου ή βιβλίου Βικιλεξικό
    • Αν, όταν ήμουν παιδάκι, είχα μια κάποια ευκολία στη συγγραφή, πρέπει να σημειώσω πως, όταν παρήλθε η παρορμητική περίοδος της εφηβείας, προσπάθησα πάντα να αγωνιστώ κατά αυτής της ευκολίας. (Διαβάζω, τεύχη 414-419, 2001, σελ. 53)

Ετυμολογία

συγγραφή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συγγραφή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυγγραφήσυγγραφές
Γενικήσυγγραφήςσυγγραφών
Αιτιατικήσυγγραφήσυγγραφές
Κλητικήσυγγραφήσυγγραφές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →