Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συγγραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη συγγραφή ή τον συγγραφέα ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συγγραφικός < ελληνιστική κοινή συγγραφικός < αρχαία ελληνική συγγράφω < σύν + γράφω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυγγραφικόςσυγγραφικήσυγγραφικό
Γενικήσυγγραφικούσυγγραφικήςσυγγραφικού
Αιτιατικήσυγγραφικόσυγγραφικήσυγγραφικό
Κλητικήσυγγραφικέσυγγραφικήσυγγραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυγγραφικοίσυγγραφικέςσυγγραφικά
Γενικήσυγγραφικώνσυγγραφικώνσυγγραφικών
Αιτιατικήσυγγραφικούςσυγγραφικέςσυγγραφικά
Κλητικήσυγγραφικοίσυγγραφικέςσυγγραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →