Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συγγράφω

/siŋˈɡɾa.fo/ρήμα
•
  1. γράφω, συντάσσω κείμενο, συνθέτω έργο (λογοτεχνίας, επιστήμης κτλ.) σε πεζό λόγο κατ' αντιδιαστολή προς την ποίηση Βικιλεξικό
    • (μεταβατικό) Συγγράφει τη διπλωματική του εργασία.
    • (αμετάβατο) Δεν έχει διαπιστωθεί εάν το έργο συγγράφηκε από έναν συγγραφέα ή ομαδικά.

Ετυμολογία

συγγράφω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συγγράφω < συγ- + γράφω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυγγράφωσυγγράφειςσυγγράφεισυγγράφουμεσυγγράφετεσυγγράφουν / συγγράφουνε
Παρατατικόςσυνέγραφασυνέγραφεςσυνέγραφεσυγγράφαμεσυγγράφατεσυγγράφαν / συγγράφανε / συνέγραφαν
Αόριστοςσυνέγραψασυνέγραψεςσυνέγραψεσυγγράψαμεσυγγράψατεσυγγράψαν / συγγράψανε / συνέγραψαν
Μέλλονταςθα συγγράφω / θα συγγράψωθα συγγράφεις / θα συγγράψειςθα συγγράφει / θα συγγράψειθα συγγράφουμε / θα συγγράψουμεθα συγγράφετε / θα συγγράψετεθα συγγράφουν / θα συγγράφουνε / θα συγγράψουν / θα συγγράψουνε
Παρακείμενοςέχω συγγράψειέχεις συγγράψειέχει συγγράψει———
Υπερσυντέλικοςείχα συγγράψειείχες συγγράψειείχε συγγράψει———
Υποτακτικήνα έχω συγγράψει / να συγγράφω / να συγγράψωνα έχεις συγγράψει / να συγγράφεις / να συγγράψειςνα έχει συγγράψει / να συγγράφει / να συγγράψεινα συγγράφουμε / να συγγράψουμενα συγγράφετε / να συγγράψετενα συγγράφουν / να συγγράφουνε / να συγγράψουν / να συγγράψουνε
Προστακτική—έχε συγγραμμένο / σύγγραφε / σύγγραψε——συγγράφετε / συγγράψτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →