συγγράφω
•
- γράφω, συντάσσω κείμενο, συνθέτω έργο (λογοτεχνίας, επιστήμης κτλ.) σε πεζό λόγο κατ' αντιδιαστολή προς την ποίηση Βικιλεξικό
- (μεταβατικό) Συγγράφει τη διπλωματική του εργασία.
- (αμετάβατο) Δεν έχει διαπιστωθεί εάν το έργο συγγράφηκε από έναν συγγραφέα ή ομαδικά.
Ετυμολογία
συγγράφω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συγγράφω < συγ- + γράφω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συγγράφω | συγγράφεις | συγγράφει | συγγράφουμε | συγγράφετε | συγγράφουν / συγγράφουνε |
| Παρατατικός | συνέγραφα | συνέγραφες | συνέγραφε | συγγράφαμε | συγγράφατε | συγγράφαν / συγγράφανε / συνέγραφαν |
| Αόριστος | συνέγραψα | συνέγραψες | συνέγραψε | συγγράψαμε | συγγράψατε | συγγράψαν / συγγράψανε / συνέγραψαν |
| Μέλλοντας | θα συγγράφω / θα συγγράψω | θα συγγράφεις / θα συγγράψεις | θα συγγράφει / θα συγγράψει | θα συγγράφουμε / θα συγγράψουμε | θα συγγράφετε / θα συγγράψετε | θα συγγράφουν / θα συγγράφουνε / θα συγγράψουν / θα συγγράψουνε |
| Παρακείμενος | έχω συγγράψει | έχεις συγγράψει | έχει συγγράψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συγγράψει | είχες συγγράψει | είχε συγγράψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συγγράψει / να συγγράφω / να συγγράψω | να έχεις συγγράψει / να συγγράφεις / να συγγράψεις | να έχει συγγράψει / να συγγράφει / να συγγράψει | να συγγράφουμε / να συγγράψουμε | να συγγράφετε / να συγγράψετε | να συγγράφουν / να συγγράφουνε / να συγγράψουν / να συγγράψουνε |
| Προστακτική | — | έχε συγγραμμένο / σύγγραφε / σύγγραψε | — | — | συγγράφετε / συγγράψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →