συγκείμενος
•
- λόγιοπου αποτελείται από διάφορα μέρη Βικιλεξικό
- που ενυπάρχει μαζί με άλλα συστατικά (συνήθως ως συγκείμενος αναφέρεται ο δευτερεύουσας σημασίας, όμως όλα τα συστατικά συνυπάρχουν-συγκείνται) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγκείμενος < αρχαία ελληνική συγκείμενος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σύγκειμαι < σύν + κεῖμαι
Άλλοι τύποι
συγκείμενασυγκείμενεσυγκείμενεςσυγκείμενησυγκείμενηςσυγκείμενοσυγκείμενοισυγκείμενοςσυγκείμενουσυγκείμενουςσυγκείμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →