συγκείμενο
•
- γλωσσολογίατο σύνολο (ή ένα ολοκληρωμένο τμήμα) κειμένου που περιβάλλει μια λέξη, μια πρόταση, ένα εδάφιο κ.λπ. και επιτρέπει στον αναγνώστη να αντιληφθεί καλύτερα την έννοια ή την αξία του/της Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηοι συνθήκες, οι περιστάσεις ή οτιδήποτε άλλο περιβάλλει ένα γεγονός, κατάσταση κ.λπ. και το / την νοηματοδοτούν ή διασαφηνίζουν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγκείμενο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου συγκείμενος ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική context)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συγκείμενο | συγκείμενα |
| Γενική | συγκείμενου / συγκειμένου | συγκείμενων / συγκειμένων |
| Αιτιατική | συγκείμενο | συγκείμενα |
| Κλητική | συγκείμενο | συγκείμενα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →