Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συγκείμενο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γλωσσολογίατο σύνολο (ή ένα ολοκληρωμένο τμήμα) κειμένου που περιβάλλει μια λέξη, μια πρόταση, ένα εδάφιο κ.λπ. και επιτρέπει στον αναγνώστη να αντιληφθεί καλύτερα την έννοια ή την αξία του/της Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηοι συνθήκες, οι περιστάσεις ή οτιδήποτε άλλο περιβάλλει ένα γεγονός, κατάσταση κ.λπ. και το / την νοηματοδοτούν ή διασαφηνίζουν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συγκείμενο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου συγκείμενος ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική context)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυγκείμενοσυγκείμενα
Γενικήσυγκείμενου / συγκειμένουσυγκείμενων / συγκειμένων
Αιτιατικήσυγκείμενοσυγκείμενα
Κλητικήσυγκείμενοσυγκείμενα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →