συγκειμενικός
•
- που έχει σχέση με το συγκείμενο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγκειμενικός < συγκείμενο + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συγκειμενικός | συγκειμενική | συγκειμενικό |
| Γενική | συγκειμενικού | συγκειμενικής | συγκειμενικού |
| Αιτιατική | συγκειμενικό | συγκειμενική | συγκειμενικό |
| Κλητική | συγκειμενικέ | συγκειμενική | συγκειμενικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συγκειμενικοί | συγκειμενικές | συγκειμενικά |
| Γενική | συγκειμενικών | συγκειμενικών | συγκειμενικών |
| Αιτιατική | συγκειμενικούς | συγκειμενικές | συγκειμενικά |
| Κλητική | συγκειμενικοί | συγκειμενικές | συγκειμενικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →