συγκολλώ
•
- κυριολεκτικάκολλάω κάποια πράγματα με κόλλα ή άλλο κολλητικό ή συνδετικό υλικό Βικιλεξικό
- μεταφορικάσυνδέω, συνενώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγκολλώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συγκολλῶ, συνηρημένος τύπος του συγκολλάω < σύν (συγ-) + κολλάω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συγκολλάω / συγκολλώ / συγκολλώμαι | συγκολλάς | συγκολλά / συγκολλάει | συγκολλάμε / συγκολλούμε | συγκολλάτε | συγκολλάν / συγκολλάνε / συγκολλούν / συγκολλούνε |
| Παρατατικός | συγκολλούσα | συγκολλούσες | συγκολλούσε | συγκολλούσαμε | συγκολλούσατε | συγκολλούσαν / συγκολλούσανε |
| Αόριστος | συγκόλλησα | συγκόλλησες | συγκόλλησε | συγκολλήσαμε | συγκολλήσατε | συγκολλήσαν / συγκολλήσανε / συγκόλλησαν |
| Μέλλοντας | θα συγκολλάω / θα συγκολλήσω / θα συγκολλώ / θα συγκολλώμαι | θα συγκολλάς / θα συγκολλήσεις | θα συγκολλά / θα συγκολλάει / θα συγκολλήσει | θα συγκολλάμε / θα συγκολλήσουμε / θα συγκολλούμε | θα συγκολλάτε / θα συγκολλήσετε | θα συγκολλάν / θα συγκολλάνε / θα συγκολλήσουν / θα συγκολλήσουνε / θα συγκολλούν / θα συγκολλούνε |
| Υποτακτική | να συγκολλάω / να συγκολλήσω / να συγκολλώ / να συγκολλώμαι | να συγκολλάς / να συγκολλήσεις | να συγκολλά / να συγκολλάει / να συγκολλήσει | να συγκολλάμε / να συγκολλήσουμε / να συγκολλούμε | να συγκολλάτε / να συγκολλήσετε | να συγκολλάν / να συγκολλάνε / να συγκολλήσουν / να συγκολλήσουνε / να συγκολλούν / να συγκολλούνε |
| Προστακτική | — | συγκόλλα / συγκόλλαγε / συγκόλλησε | — | — | συγκολλάτε / συγκολλήστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
συγκολλήθηκασυγκολλιέμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →