Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συγκολλητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου έχει σχέση με συγκόλληση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου έχει σχέση με τη σύνδεση ποικίλων πραγμάτων ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συγκολλητικός < συγκολλώ + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυγκολλητικόςσυγκολλητικήσυγκολλητικό
Γενικήσυγκολλητικούσυγκολλητικήςσυγκολλητικού
Αιτιατικήσυγκολλητικόσυγκολλητικήσυγκολλητικό
Κλητικήσυγκολλητικέσυγκολλητικήσυγκολλητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυγκολλητικοίσυγκολλητικέςσυγκολλητικά
Γενικήσυγκολλητικώνσυγκολλητικώνσυγκολλητικών
Αιτιατικήσυγκολλητικούςσυγκολλητικέςσυγκολλητικά
Κλητικήσυγκολλητικοίσυγκολλητικέςσυγκολλητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →