συγκολλητικός
•
- κυριολεκτικάπου έχει σχέση με συγκόλληση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου έχει σχέση με τη σύνδεση ποικίλων πραγμάτων ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγκολλητικός < συγκολλώ + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συγκολλητικός | συγκολλητική | συγκολλητικό |
| Γενική | συγκολλητικού | συγκολλητικής | συγκολλητικού |
| Αιτιατική | συγκολλητικό | συγκολλητική | συγκολλητικό |
| Κλητική | συγκολλητικέ | συγκολλητική | συγκολλητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συγκολλητικοί | συγκολλητικές | συγκολλητικά |
| Γενική | συγκολλητικών | συγκολλητικών | συγκολλητικών |
| Αιτιατική | συγκολλητικούς | συγκολλητικές | συγκολλητικά |
| Κλητική | συγκολλητικοί | συγκολλητικές | συγκολλητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →