συγκρητικός
•
- που έχει σχέση με τον συγκρητισμό ή αναφέρεται σ' αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγκρητικός < (λόγιο δάνειο) γαλλική syncrétique < syncrét(isme), συγκρητ(ισμός + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συγκρητικός | συγκρητική | συγκρητικό |
| Γενική | συγκρητικού | συγκρητικής | συγκρητικού |
| Αιτιατική | συγκρητικό | συγκρητική | συγκρητικό |
| Κλητική | συγκρητικέ | συγκρητική | συγκρητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συγκρητικοί | συγκρητικές | συγκρητικά |
| Γενική | συγκρητικών | συγκρητικών | συγκρητικών |
| Αιτιατική | συγκρητικούς | συγκρητικές | συγκρητικά |
| Κλητική | συγκρητικοί | συγκρητικές | συγκρητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →