Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συγκρητισμός

/siŋ.ɡɾi.tiˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ανάμειξη Βικιλεξικό
  2. θρησκείαη συγχώνευση στοιχείων από ελληνορωμαϊκές και ανατολικές λατρείες κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή Βικιλεξικό
    • Το ελληνικό πάνθεο δέχθηκε εκείνη την εποχή περισσότερους ξένους θεούς από ό,τι ποτέ άλλοτε... Από την άλλη πλευρά, οι βάρβαροι όχι μόνο δέχθηκαν και αυτοί τους θεούς των Ελλήνων, αλλά και συγχώνευσαν πολλούς από τους δικούς τους θεούς με τους θεούς των Ελλήνων. Ήταν μια εποχή αναρχικού συγκρητισμού. (Αναστάσιος-Φοίβος Χρηστίδης, Ιστορία της ελληνικής γλώσσας: από τις αρχές έως την Ύστερη Αρχαιότητα, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Ίδρυμα Μανώλη Τριανταφυλλίδη, 2001, σελ. 542)
  3. φιλοσοφίαη ανάμειξη διαφορετικών ή ανόμοιων φιλοσοφικών θεωριών ή πολιτικών Βικιλεξικό
  4. γλωσσολογίαη ανάμειξη ή συγχώνευση καταλήξεων διαφορετικών κλίσεων σ' έναν τύπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συγκρητισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική syncrétisme < ελληνιστική κοινή συγκρητισμός (συμμαχία κρητικών πόλεων) < συγκρητίζω < σύν (συγ-) + Κρής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυγκρητισμόςσυγκρητισμοί
Γενικήσυγκρητισμούσυγκρητισμών
Αιτιατικήσυγκρητισμόσυγκρητισμούς
Κλητικήσυγκρητισμέσυγκρητισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →