Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συγκρητιστικός

/siŋ.ɡɾi.ti.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. συνώνυμο του συγκρητικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συγκρητιστικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική syncrétiste. Μορφολογικά αναλύεται σε *συγκρητιστ(ής) + -ικός^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυγκρητιστικόςσυγκρητιστικήσυγκρητιστικό
Γενικήσυγκρητιστικούσυγκρητιστικήςσυγκρητιστικού
Αιτιατικήσυγκρητιστικόσυγκρητιστικήσυγκρητιστικό
Κλητικήσυγκρητιστικέσυγκρητιστικήσυγκρητιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυγκρητιστικοίσυγκρητιστικέςσυγκρητιστικά
Γενικήσυγκρητιστικώνσυγκρητιστικώνσυγκρητιστικών
Αιτιατικήσυγκρητιστικούςσυγκρητιστικέςσυγκρητιστικά
Κλητικήσυγκρητιστικοίσυγκρητιστικέςσυγκρητιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →