Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συγκρουσιακός

/siŋ.ɡɾu.si.aˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει έμφυτη ή έντονη την τάση για σύγκρουση Βικιλεξικό
    • συγκρουσιακή προσωπικότητα

Ετυμολογία

συγκρουσιακός (νεολογισμός) < σύγκρουσ(η) + -ιακός ή (ελληνιστική κοινή) σύγκρουσι(ς) + -ακός. Πιθανόν απόδοση για την αγγλική conflictual ή confrontational

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυγκρουσιακόςσυγκρουσιακήσυγκρουσιακό
Γενικήσυγκρουσιακούσυγκρουσιακήςσυγκρουσιακού
Αιτιατικήσυγκρουσιακόσυγκρουσιακήσυγκρουσιακό
Κλητικήσυγκρουσιακέσυγκρουσιακήσυγκρουσιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυγκρουσιακοίσυγκρουσιακέςσυγκρουσιακά
Γενικήσυγκρουσιακώνσυγκρουσιακώνσυγκρουσιακών
Αιτιατικήσυγκρουσιακούςσυγκρουσιακέςσυγκρουσιακά
Κλητικήσυγκρουσιακοίσυγκρουσιακέςσυγκρουσιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →