κρούση
•
- το χτύπημα ενός αντικειμένου πάνω σε ένα άλλο Βικιλεξικό
- φυσικήη συνάντηση δύο σωμάτων με βίαιο κι αιφνίδιο τρόπο Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςτο κύριο μέρος μιας επιχειρησιακής ενέργειας στην επίθεση Βικιλεξικό
- μεταφορικάη εξέταση των προθέσεων κάποιου προσώπου Βικιλεξικό
- μουσικήτο παίξιμο των χορδών ενός μουσικού οργάνου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρούση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κροῦ(σις) + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρούση | κρούσεις |
| Γενική | κρούσης | κρούσεων |
| Αιτιατική | κρούση | κρούσεις |
| Κλητική | κρούση | κρούσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →