συγχρονιστικός
•
- που έχει σχέση με συγχρονισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγχρονιστικός < συγχρονίζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συγχρονιστικός | συγχρονιστική | συγχρονιστικό |
| Γενική | συγχρονιστικού | συγχρονιστικής | συγχρονιστικού |
| Αιτιατική | συγχρονιστικό | συγχρονιστική | συγχρονιστικό |
| Κλητική | συγχρονιστικέ | συγχρονιστική | συγχρονιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συγχρονιστικοί | συγχρονιστικές | συγχρονιστικά |
| Γενική | συγχρονιστικών | συγχρονιστικών | συγχρονιστικών |
| Αιτιατική | συγχρονιστικούς | συγχρονιστικές | συγχρονιστικά |
| Κλητική | συγχρονιστικοί | συγχρονιστικές | συγχρονιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →