Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συγχρονιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με συγχρονισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συγχρονιστικός < συγχρονίζω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυγχρονιστικόςσυγχρονιστικήσυγχρονιστικό
Γενικήσυγχρονιστικούσυγχρονιστικήςσυγχρονιστικού
Αιτιατικήσυγχρονιστικόσυγχρονιστικήσυγχρονιστικό
Κλητικήσυγχρονιστικέσυγχρονιστικήσυγχρονιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυγχρονιστικοίσυγχρονιστικέςσυγχρονιστικά
Γενικήσυγχρονιστικώνσυγχρονιστικώνσυγχρονιστικών
Αιτιατικήσυγχρονιστικούςσυγχρονιστικέςσυγχρονιστικά
Κλητικήσυγχρονιστικοίσυγχρονιστικέςσυγχρονιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →