συγχρονίζω
•
- ενεργώ έτσι, ώστε τουλάχιστον δύο γεγονότα, πράξεις, καταστάσεις ή λειτουργίες να συμβούν ταυτόχρονα στο χρόνο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγχρονίζω < συγχρον- (< σύγχρονος) + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συγχρονίζω | συγχρονίζεις | συγχρονίζει | συγχρονίζουμε | συγχρονίζετε | συγχρονίζουν / συγχρονίζουνε |
| Παρατατικός | συγχρόνιζα | συγχρόνιζες | συγχρόνιζε | συγχρονίζαμε | συγχρονίζατε | συγχρονίζαν / συγχρονίζανε / συγχρόνιζαν |
| Αόριστος | συγχρόνισα | συγχρόνισες | συγχρόνισε | συγχρονίσαμε | συγχρονίσατε | συγχρονίσαν / συγχρονίσανε / συγχρόνισαν |
| Μέλλοντας | θα συγχρονίζω / θα συγχρονίσω | θα συγχρονίζεις / θα συγχρονίσεις | θα συγχρονίζει / θα συγχρονίσει | θα συγχρονίζουμε / θα συγχρονίσουμε | θα συγχρονίζετε / θα συγχρονίσετε | θα συγχρονίζουν / θα συγχρονίζουνε / θα συγχρονίσουν / θα συγχρονίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συγχρονίσει | έχεις συγχρονίσει | έχει συγχρονίσει | έχουμε συγχρονίσει | έχετε συγχρονίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συγχρονίσει | είχες συγχρονίσει | είχε συγχρονίσει | είχαμε συγχρονίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συγχρονίσει / να συγχρονίζω / να συγχρονίσω | να έχεις συγχρονίσει / να συγχρονίζεις / να συγχρονίσεις | να έχει συγχρονίσει / να συγχρονίζει / να συγχρονίσει | να έχουμε συγχρονίσει / να συγχρονίζουμε / να συγχρονίσουμε | να έχετε συγχρονίσει / να συγχρονίζετε / να συγχρονίσετε | να συγχρονίζουν / να συγχρονίζουνε / να συγχρονίσουν / να συγχρονίσουνε |
| Προστακτική | — | συγχρόνιζε / συγχρόνισε | — | — | συγχρονίζετε / συγχρονίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →