συζητήσιμος
•
- που είναι δυνατό κάποιος να συζητήσει και να συνεννοηθεί μαζί του· που επιδέχεται διάλογο Βικιλεξικό
- που μπορεί ή αξίζει να συζητηθεί Βικιλεξικό
- που χρειάζεται να διευκρινιστεί ή που αμφισβητείται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συζητήσιμος < συζήτησ(η) + -ιμος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συζητήσιμος | συζητήσιμη | συζητήσιμο |
| Γενική | συζητήσιμου | συζητήσιμης | συζητήσιμου |
| Αιτιατική | συζητήσιμο | συζητήσιμη | συζητήσιμο |
| Κλητική | συζητήσιμε | συζητήσιμη | συζητήσιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συζητήσιμοι | συζητήσιμες | συζητήσιμα |
| Γενική | συζητήσιμων | συζητήσιμων | συζητήσιμων |
| Αιτιατική | συζητήσιμους | συζητήσιμες | συζητήσιμα |
| Κλητική | συζητήσιμοι | συζητήσιμες | συζητήσιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →