Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συζητήσιμος

/si.ziˈti.si.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι δυνατό κάποιος να συζητήσει και να συνεννοηθεί μαζί του· που επιδέχεται διάλογο Βικιλεξικό
  2. που μπορεί ή αξίζει να συζητηθεί Βικιλεξικό
  3. που χρειάζεται να διευκρινιστεί ή που αμφισβητείται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συζητήσιμος < συζήτησ(η) + -ιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυζητήσιμοςσυζητήσιμησυζητήσιμο
Γενικήσυζητήσιμουσυζητήσιμηςσυζητήσιμου
Αιτιατικήσυζητήσιμοσυζητήσιμησυζητήσιμο
Κλητικήσυζητήσιμεσυζητήσιμησυζητήσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυζητήσιμοισυζητήσιμεςσυζητήσιμα
Γενικήσυζητήσιμωνσυζητήσιμωνσυζητήσιμων
Αιτιατικήσυζητήσιμουςσυζητήσιμεςσυζητήσιμα
Κλητικήσυζητήσιμοισυζητήσιμεςσυζητήσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →