συλλειτουργικά
•
- θρησκείαειδικό ιερατικό ή ψαλτικό βιβλίο για συλλειτουργίες και άλλες περιστάσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συλλειτουργικά < συλλειτουργικός + -ά < μεσαιωνική ελληνική συλλειτουργικός < ελληνιστική κοινή συλλειτουργός < αρχαία ελληνική λειτουργός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →