Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συλλειτουργός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. θρησκείακληρικός που μαζί με άλλους τελεί τη Θεία Λειτουργία Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηκάποιος που συνεργαζόμενος με άλλους επιτελεί λειτούργημα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συλλειτουργός < ελληνιστική κοινή συλλειτουργός < αρχαία ελληνική σύν + λειτουργός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυλλειτουργόςσυλλειτουργοί
Γενικήσυλλειτουργούσυλλειτουργών
Αιτιατικήσυλλειτουργόσυλλειτουργούς
Κλητικήσυλλειτουργέσυλλειτουργοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →