Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συλλειτουργώ

ρήμα
•
  1. θρησκείαείμαι συλλειτουργός Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηείμαι συλλειτουργός Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηλειτουργώ μαζί ή συνεργατικά με κάποιον ή κάτι άλλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συλλειτουργώ < ελληνιστική κοινή συλλειτουργέω / συλλειτουργῶ < συλλειτουργός < αρχαία ελληνική σύν + λειτουργός

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυλλειτουργώσυλλειτουργείςσυλλειτουργείσυλλειτουργούμεσυλλειτουργείτεσυλλειτουργούν / συλλειτουργούνε
Παρατατικόςσυλλειτουργούσασυλλειτουργούσεςσυλλειτουργούσεσυλλειτουργούσαμεσυλλειτουργούσατεσυλλειτουργούσαν / συλλειτουργούσανε
Αόριστοςσυλλειτούργησασυλλειτούργησεςσυλλειτούργησεσυλλειτουργήσαμεσυλλειτουργήσατεσυλλειτουργήσαν / συλλειτουργήσανε / συλλειτούργησαν
Μέλλονταςθα συλλειτουργήσω / θα συλλειτουργώθα συλλειτουργήσεις / θα συλλειτουργείςθα συλλειτουργήσει / θα συλλειτουργείθα συλλειτουργήσουμε / θα συλλειτουργούμεθα συλλειτουργήσετε / θα συλλειτουργείτεθα συλλειτουργήσουν / θα συλλειτουργήσουνε / θα συλλειτουργούν / θα συλλειτουργούνε
Παρακείμενοςέχω συλλειτουργήσειέχεις συλλειτουργήσειέχει συλλειτουργήσειέχουμε συλλειτουργήσειέχετε συλλειτουργήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα συλλειτουργήσειείχες συλλειτουργήσειείχε συλλειτουργήσειείχαμε συλλειτουργήσει——
Υποτακτικήνα έχω συλλειτουργήσει / να συλλειτουργήσω / να συλλειτουργώνα έχεις συλλειτουργήσει / να συλλειτουργήσεις / να συλλειτουργείςνα έχει συλλειτουργήσει / να συλλειτουργήσει / να συλλειτουργείνα έχουμε συλλειτουργήσει / να συλλειτουργήσουμε / να συλλειτουργούμενα έχετε συλλειτουργήσει / να συλλειτουργήσετε / να συλλειτουργείτενα συλλειτουργήσουν / να συλλειτουργήσουνε / να συλλειτουργούν / να συλλειτουργούνε
Προστακτική—συλλειτούργει / συλλειτούργησε——συλλειτουργήστε / συλλειτουργείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →