συλλειτουργώ
•
- θρησκείαείμαι συλλειτουργός Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηείμαι συλλειτουργός Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηλειτουργώ μαζί ή συνεργατικά με κάποιον ή κάτι άλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συλλειτουργώ < ελληνιστική κοινή συλλειτουργέω / συλλειτουργῶ < συλλειτουργός < αρχαία ελληνική σύν + λειτουργός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συλλειτουργώ | συλλειτουργείς | συλλειτουργεί | συλλειτουργούμε | συλλειτουργείτε | συλλειτουργούν / συλλειτουργούνε |
| Παρατατικός | συλλειτουργούσα | συλλειτουργούσες | συλλειτουργούσε | συλλειτουργούσαμε | συλλειτουργούσατε | συλλειτουργούσαν / συλλειτουργούσανε |
| Αόριστος | συλλειτούργησα | συλλειτούργησες | συλλειτούργησε | συλλειτουργήσαμε | συλλειτουργήσατε | συλλειτουργήσαν / συλλειτουργήσανε / συλλειτούργησαν |
| Μέλλοντας | θα συλλειτουργήσω / θα συλλειτουργώ | θα συλλειτουργήσεις / θα συλλειτουργείς | θα συλλειτουργήσει / θα συλλειτουργεί | θα συλλειτουργήσουμε / θα συλλειτουργούμε | θα συλλειτουργήσετε / θα συλλειτουργείτε | θα συλλειτουργήσουν / θα συλλειτουργήσουνε / θα συλλειτουργούν / θα συλλειτουργούνε |
| Παρακείμενος | έχω συλλειτουργήσει | έχεις συλλειτουργήσει | έχει συλλειτουργήσει | έχουμε συλλειτουργήσει | έχετε συλλειτουργήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συλλειτουργήσει | είχες συλλειτουργήσει | είχε συλλειτουργήσει | είχαμε συλλειτουργήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συλλειτουργήσει / να συλλειτουργήσω / να συλλειτουργώ | να έχεις συλλειτουργήσει / να συλλειτουργήσεις / να συλλειτουργείς | να έχει συλλειτουργήσει / να συλλειτουργήσει / να συλλειτουργεί | να έχουμε συλλειτουργήσει / να συλλειτουργήσουμε / να συλλειτουργούμε | να έχετε συλλειτουργήσει / να συλλειτουργήσετε / να συλλειτουργείτε | να συλλειτουργήσουν / να συλλειτουργήσουνε / να συλλειτουργούν / να συλλειτουργούνε |
| Προστακτική | — | συλλειτούργει / συλλειτούργησε | — | — | συλλειτουργήστε / συλλειτουργείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →