Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συλλογίζομαι

/si.loˈʝi.zo.me/ρήμα
•
  1. σκέφτομαι, αναλογίζομαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συλλογίζομαι < αρχαία ελληνική συλλογίζομαι < σύν (συλ-) + λογίζομαι < λόγος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυλλογίζομαισυλλογίζεσαισυλλογίζεταισυλλογιζόμαστεσυλλογίζεστεσυλλογίζονται
Παρατατικόςσυλλογιζόμουν / συλλογιζόμουνασυλλογιζόσουν / συλλογιζόσουνασυλλογιζόταν / συλλογιζότανεσυλλογιζόμασταν / συλλογιζόμαστεσυλλογιζόσασταν / συλλογιζόσαστεσυλλογίζονταν / συλλογιζόντουσαν
Αόριστοςσυλλογίστηκασυλλογίστηκεςσυλλογίστηκεσυλλογιστήκαμεσυλλογιστήκατεσυλλογίστηκαν / συλλογιστήκαν / συλλογιστήκανε
Μέλλονταςθα συλλογίζομαι / θα συλλογιστώθα συλλογίζεσαι / θα συλλογιστείςθα συλλογίζεται / θα συλλογιστείθα συλλογιζόμαστε / θα συλλογιστούμεθα συλλογίζεστε / θα συλλογιστείτεθα συλλογίζονται / θα συλλογιστούν / θα συλλογιστούνε
Παρακείμενοςέχω συλλογιστείέχεις συλλογιστείέχει συλλογιστείέχουμε συλλογιστεί——
Υπερσυντέλικοςείχα συλλογιστείείχες συλλογιστείείχε συλλογιστεί———
Υποτακτικήνα έχω συλλογιστεί / να συλλογίζομαι / να συλλογιστώνα έχεις συλλογιστεί / να συλλογίζεσαι / να συλλογιστείςνα έχει συλλογιστεί / να συλλογίζεται / να συλλογιστείνα έχουμε συλλογιστεί / να συλλογιζόμαστε / να συλλογιστούμενα συλλογίζεστε / να συλλογιστείτενα συλλογίζονται / να συλλογιστούν / να συλλογιστούνε
Προστακτική—συλλογίσου——συλλογίζεστε / συλλογιστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →