συλλογίζομαι
•
- σκέφτομαι, αναλογίζομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συλλογίζομαι < αρχαία ελληνική συλλογίζομαι < σύν (συλ-) + λογίζομαι < λόγος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συλλογίζομαι | συλλογίζεσαι | συλλογίζεται | συλλογιζόμαστε | συλλογίζεστε | συλλογίζονται |
| Παρατατικός | συλλογιζόμουν / συλλογιζόμουνα | συλλογιζόσουν / συλλογιζόσουνα | συλλογιζόταν / συλλογιζότανε | συλλογιζόμασταν / συλλογιζόμαστε | συλλογιζόσασταν / συλλογιζόσαστε | συλλογίζονταν / συλλογιζόντουσαν |
| Αόριστος | συλλογίστηκα | συλλογίστηκες | συλλογίστηκε | συλλογιστήκαμε | συλλογιστήκατε | συλλογίστηκαν / συλλογιστήκαν / συλλογιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα συλλογίζομαι / θα συλλογιστώ | θα συλλογίζεσαι / θα συλλογιστείς | θα συλλογίζεται / θα συλλογιστεί | θα συλλογιζόμαστε / θα συλλογιστούμε | θα συλλογίζεστε / θα συλλογιστείτε | θα συλλογίζονται / θα συλλογιστούν / θα συλλογιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω συλλογιστεί | έχεις συλλογιστεί | έχει συλλογιστεί | έχουμε συλλογιστεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συλλογιστεί | είχες συλλογιστεί | είχε συλλογιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συλλογιστεί / να συλλογίζομαι / να συλλογιστώ | να έχεις συλλογιστεί / να συλλογίζεσαι / να συλλογιστείς | να έχει συλλογιστεί / να συλλογίζεται / να συλλογιστεί | να έχουμε συλλογιστεί / να συλλογιζόμαστε / να συλλογιστούμε | να συλλογίζεστε / να συλλογιστείτε | να συλλογίζονται / να συλλογιστούν / να συλλογιστούνε |
| Προστακτική | — | συλλογίσου | — | — | συλλογίζεστε / συλλογιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →