συμβολίζω
•
- εκφράζω με ένα σύμβολο Βικιλεξικό
- είμαι το σύμβολο μιας ιδέας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμβολίζω < σύμβολ(ο) + -ίζω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική symboliser)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συμβολίζω | συμβολίζεις | συμβολίζει | συμβολίζουμε | συμβολίζετε | συμβολίζουν / συμβολίζουνε |
| Παρατατικός | συμβόλιζα | συμβόλιζες | συμβόλιζε | συμβολίζαμε | συμβολίζατε | συμβολίζαν / συμβολίζανε / συμβόλιζαν |
| Αόριστος | συμβόλισα | συμβόλισες | συμβόλισε | συμβολίσαμε | συμβολίσατε | συμβολίσαν / συμβολίσανε / συμβόλισαν |
| Μέλλοντας | θα συμβολίζω / θα συμβολίσω | θα συμβολίζεις / θα συμβολίσεις | θα συμβολίζει / θα συμβολίσει | θα συμβολίζουμε / θα συμβολίσουμε | θα συμβολίζετε / θα συμβολίσετε | θα συμβολίζουν / θα συμβολίζουνε / θα συμβολίσουν / θα συμβολίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συμβολίσει | έχεις συμβολίσει | έχει συμβολίσει | έχουμε συμβολίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συμβολίσει | είχες συμβολίσει | είχε συμβολίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συμβολίσει / να συμβολίζω / να συμβολίσω | να έχεις συμβολίσει / να συμβολίζεις / να συμβολίσεις | να έχει συμβολίσει / να συμβολίζει / να συμβολίσει | να έχουμε συμβολίσει / να συμβολίζουμε / να συμβολίσουμε | να συμβολίζετε / να συμβολίσετε | να συμβολίζουν / να συμβολίζουνε / να συμβολίσουν / να συμβολίσουνε |
| Προστακτική | — | συμβόλιζε / συμβόλισε | — | — | συμβολίζετε / συμβολίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
συμβολίστηκασυμβολίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →