συμβολιστικός
•
- που έχει σχέση με τον συμβολισμό ή τον συμβολιστή ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμβολιστικός < συμβολιστής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμβολιστικός | συμβολιστική | συμβολιστικό |
| Γενική | συμβολιστικού | συμβολιστικής | συμβολιστικού |
| Αιτιατική | συμβολιστικό | συμβολιστική | συμβολιστικό |
| Κλητική | συμβολιστικέ | συμβολιστική | συμβολιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμβολιστικοί | συμβολιστικές | συμβολιστικά |
| Γενική | συμβολιστικών | συμβολιστικών | συμβολιστικών |
| Αιτιατική | συμβολιστικούς | συμβολιστικές | συμβολιστικά |
| Κλητική | συμβολιστικοί | συμβολιστικές | συμβολιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →