Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμβολιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον συμβολισμό ή τον συμβολιστή ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμβολιστικός < συμβολιστής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμβολιστικόςσυμβολιστικήσυμβολιστικό
Γενικήσυμβολιστικούσυμβολιστικήςσυμβολιστικού
Αιτιατικήσυμβολιστικόσυμβολιστικήσυμβολιστικό
Κλητικήσυμβολιστικέσυμβολιστικήσυμβολιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμβολιστικοίσυμβολιστικέςσυμβολιστικά
Γενικήσυμβολιστικώνσυμβολιστικώνσυμβολιστικών
Αιτιατικήσυμβολιστικούςσυμβολιστικέςσυμβολιστικά
Κλητικήσυμβολιστικοίσυμβολιστικέςσυμβολιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →