Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμβολικός

/siɱ.vo.liˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αποτελεί σύμβολο ή το χρησιμοποιεί Βικιλεξικό
  2. που συμβολίζει, εκφράζει ή αποδεικνύει κάτι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμβολικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συμβολικός (που εξηγεί με σύμβολα) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική symbolique)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμβολικόςσυμβολικήσυμβολικό
Γενικήσυμβολικούσυμβολικήςσυμβολικού
Αιτιατικήσυμβολικόσυμβολικήσυμβολικό
Κλητικήσυμβολικέσυμβολικήσυμβολικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμβολικοίσυμβολικέςσυμβολικά
Γενικήσυμβολικώνσυμβολικώνσυμβολικών
Αιτιατικήσυμβολικούςσυμβολικέςσυμβολικά
Κλητικήσυμβολικοίσυμβολικέςσυμβολικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →