σύμβολο
•
- σχήμα, ή σχήμα γράμματος, τυπογραφικού χαρακτήρα που παριστάνει κάποια έννοια, αντικείμενο συνήθως θυμίζοντάς το συνειρμικά Βικιλεξικό
- Το σύμβολο ενός θαυμαστικού μέσα σε τρίγωνο δηλώνει κίνδυνο.
- Στα μαθηματικά το ∑ όπως το ελληνικό κεφαλαίο σίγμα Σ είναι το σύμβολο της λέξης «σύνολο».
- πληροφορική-μεταγλώττισηλεκτική μονάδα προγράμματος (αγγλικά: token) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σύμβολο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύμβολον (τεκμήριο αναγνώρισης) < συμβάλλω (βάζω μαζί) :* σχήμα παράστασης έννοιας < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική symbole < λατινική symbolum < αρχαία ελληνική σύμβολον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύμβολο | σύμβολα |
| Γενική | συμβόλου / σύμβολου | συμβόλων |
| Αιτιατική | σύμβολο | σύμβολα |
| Κλητική | σύμβολο | σύμβολα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →