σύμβουλος
•
- που δίνει συμβουλές Βικιλεξικό
- στενός συνεργάτης πολιτικού που του δίνει συμβουλές Βικιλεξικό
- Αναγνωρίστηκε γενικά ο καταλυτικός ρόλος των ΜΜΕ, διευρύνθηκε η εμβέλεια της επιστήμης της πολιτικής επικοινωνίας, αναβαθμίστηκαν τα επαγγέλματα των πολιτικών συμβούλων και ψιμυθιολόγων (Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 24 Νοεμβρίου 2008, https://www.tovima.gr/2008/11/24/opinions/poy-paei-i-politiki/)
- εκπαιδευτικός της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με ειδικά προσόντα που έχει ως αποστολή του να συμβουλεύει τους εκπαιδευτικούς σχετικά με τη διδασκαλία των μαθημάτων τους· σχολικός σύμβουλος Βικιλεξικό
- δημοτικός σύμβουλος: εκλεγμένος πολιτικός της αυτοδιοίκησης Βικιλεξικό
- Ο δήμαρχος και οι δημοτικοί σύμβουλοι, οι σύμβουλοι της δημοτικής ή τοπικής κοινότητας και οι εκπρόσωποι της τοπικής κοινότητας εκλέγονται κάθε πέντε (5) χρόνια με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία. (Νόμος 3852/2010, Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης − Πρόγραμμα Καλλικράτης, ΦΕΚ A 87 - 07.06.2010)
- μεταφορικάοτιδήποτε μας παροτρύνει να κάνουμε κάτι Βικιλεξικό
- η βιασύνη δεν είναι καλός σύμβουλος
Ετυμολογία
σύμβουλος < αρχαία ελληνική
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύμβουλος | σύμβουλοι |
| Γενική | συμβούλου | συμβούλων |
| Αιτιατική | σύμβουλο | συμβούλους |
| Κλητική | σύμβουλε | σύμβουλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →