Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμμαθήτρια

/si.maˈθi.tɾi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. εκπαίδευσηθηλυκό του συμμαθητής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμμαθήτρια < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική συμμαθήτρια < συμμαθη(τής) + κατάληξη θηλυκού -τρια. Μορφολογικά αναλύεται σε συμ- + μαθήτρια.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυμμαθήτριασυμμαθήτριες
Γενικήσυμμαθήτριαςσυμμαθητριών
Αιτιατικήσυμμαθήτριασυμμαθήτριες
Κλητικήσυμμαθήτριασυμμαθήτριες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →