Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμμαθητεύω

ρήμα
•
  1. λόγιοείμαι συμμαθητής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμμαθητεύω < μεσαιωνική ελληνική συμμαθητεύομαι < αρχαία ελληνική συμμαθητής < μαθητής < μανθάνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυμμαθητεύωσυμμαθητεύειςσυμμαθητεύεισυμμαθητεύουμεσυμμαθητεύετεσυμμαθητεύουν / συμμαθητεύουνε
Παρατατικόςσυμμαθήτευασυμμαθήτευεςσυμμαθήτευεσυμμαθητεύαμεσυμμαθητεύατεσυμμαθήτευαν / συμμαθητεύαν / συμμαθητεύανε
Αόριστοςσυμμαθήτευσασυμμαθήτευσεςσυμμαθήτευσεσυμμαθητεύσαμεσυμμαθητεύσατεσυμμαθήτευσαν / συμμαθητεύσαν / συμμαθητεύσανε
Μέλλονταςθα συμμαθητεύσω / θα συμμαθητεύωθα συμμαθητεύεις / θα συμμαθητεύσειςθα συμμαθητεύει / θα συμμαθητεύσειθα συμμαθητεύουμε / θα συμμαθητεύσουμεθα συμμαθητεύετε / θα συμμαθητεύσετεθα συμμαθητεύουν / θα συμμαθητεύουνε / θα συμμαθητεύσουν / θα συμμαθητεύσουνε
Παρακείμενοςέχω συμμαθητεύσειέχεις συμμαθητεύσειέχει συμμαθητεύσειέχουμε συμμαθητεύσειέχετε συμμαθητεύσει—
Υπερσυντέλικοςείχα συμμαθητεύσειείχες συμμαθητεύσειείχε συμμαθητεύσειείχαμε συμμαθητεύσει——
Υποτακτικήνα έχω συμμαθητεύσει / να συμμαθητεύσω / να συμμαθητεύωνα έχεις συμμαθητεύσει / να συμμαθητεύεις / να συμμαθητεύσειςνα έχει συμμαθητεύσει / να συμμαθητεύει / να συμμαθητεύσεινα έχουμε συμμαθητεύσει / να συμμαθητεύουμε / να συμμαθητεύσουμενα έχετε συμμαθητεύσει / να συμμαθητεύετε / να συμμαθητεύσετενα συμμαθητεύουν / να συμμαθητεύουνε / να συμμαθητεύσουν / να συμμαθητεύσουνε
Προστακτική—συμμαθήτευε / συμμαθήτευσε——συμμαθητεύετε / συμμαθητεύστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →