συμμαθητεύω
•
- λόγιοείμαι συμμαθητής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμμαθητεύω < μεσαιωνική ελληνική συμμαθητεύομαι < αρχαία ελληνική συμμαθητής < μαθητής < μανθάνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συμμαθητεύω | συμμαθητεύεις | συμμαθητεύει | συμμαθητεύουμε | συμμαθητεύετε | συμμαθητεύουν / συμμαθητεύουνε |
| Παρατατικός | συμμαθήτευα | συμμαθήτευες | συμμαθήτευε | συμμαθητεύαμε | συμμαθητεύατε | συμμαθήτευαν / συμμαθητεύαν / συμμαθητεύανε |
| Αόριστος | συμμαθήτευσα | συμμαθήτευσες | συμμαθήτευσε | συμμαθητεύσαμε | συμμαθητεύσατε | συμμαθήτευσαν / συμμαθητεύσαν / συμμαθητεύσανε |
| Μέλλοντας | θα συμμαθητεύσω / θα συμμαθητεύω | θα συμμαθητεύεις / θα συμμαθητεύσεις | θα συμμαθητεύει / θα συμμαθητεύσει | θα συμμαθητεύουμε / θα συμμαθητεύσουμε | θα συμμαθητεύετε / θα συμμαθητεύσετε | θα συμμαθητεύουν / θα συμμαθητεύουνε / θα συμμαθητεύσουν / θα συμμαθητεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συμμαθητεύσει | έχεις συμμαθητεύσει | έχει συμμαθητεύσει | έχουμε συμμαθητεύσει | έχετε συμμαθητεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συμμαθητεύσει | είχες συμμαθητεύσει | είχε συμμαθητεύσει | είχαμε συμμαθητεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συμμαθητεύσει / να συμμαθητεύσω / να συμμαθητεύω | να έχεις συμμαθητεύσει / να συμμαθητεύεις / να συμμαθητεύσεις | να έχει συμμαθητεύσει / να συμμαθητεύει / να συμμαθητεύσει | να έχουμε συμμαθητεύσει / να συμμαθητεύουμε / να συμμαθητεύσουμε | να έχετε συμμαθητεύσει / να συμμαθητεύετε / να συμμαθητεύσετε | να συμμαθητεύουν / να συμμαθητεύουνε / να συμμαθητεύσουν / να συμμαθητεύσουνε |
| Προστακτική | — | συμμαθήτευε / συμμαθήτευσε | — | — | συμμαθητεύετε / συμμαθητεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →