συμπίπτω
•
- όταν μια ενέργεια συμβαίνει ταυτόχρονα με κάποια άλλη. (Σπάνια χρησιμοποιείται στον πρώτο πρόσωπο του ενεστώτα και είναι πιο συνηθισμένο στον τρίτο πρόσωπο) Βικιλεξικό
- συνέπεσε να λείπουμε όταν τηλεφώνησε (έτυχε- απρόσωπο)
- δε συμπίπτουν οι ώρες μας (δε συμφωνούν)
- Στο «Παλαιό» λιμάνι, η θέση του οποίου συμπίπτει με του αρχαίου λιμένα, εντοπίστηκε αρχαίος κυματοθραύστης επί του οποίου σώζεται τμήμα μώλου βυζαντινών χρόνων
- όταν ταυτίζονται απόψεις Βικιλεξικό
- όταν συναντιώνται πρόσωπα με κοινό στόχο π.χ. σε ένα ταμείο, πέφτουν, δηλαδή, ο ένας πάνω στον άλλον ή εκφράζουν κοινές απόψεις Βικιλεξικό
- συμπέσαμε φίλε μου
Ετυμολογία
συμπίπτω < αρχαία ελληνική συμπίπτω < συν + πίπτω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →