Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταπίπτω

ρήμα
•
  1. λόγιοπέφτω κάτω Βικιλεξικό
    • Εχει υπολογιστεί πως κάθε 10.000 χρόνια ένας αστεροειδής διαμέτρου τουλάχιστον 100 μ. χτυπά τη Γη με ισχύ βόμβας 100 μεγατόνων, ενώ κάθε 100.000 χρόνια ουράνιο αντικείμενο διαμέτρου 1.000 μ. καταπίπτει προκαλώντας έκρηξη που αντιστοιχεί σε 10 εκατ. βόμβες Χιροσίμας. (εφ. Ελευθεροτυπία, 13/8/2009)
  2. λόγιογκρεμίζομαι Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάκαταρρέω, καταρρίπτομαι, αναιρούμαι, χάνομαι Βικιλεξικό
    • Από τις πρώτες σκηνές καταλύεται κάθε πιθανότητα αθωότητας των ηρώων και αποχαύνωσης του θεατή. Ο από θέση προστατευμένος θεατής δέχεται γερό σκούντημα στην αστική συνθήκη του, τέτοιο που τον ωθεί ν' αναλογιστεί πού ξεκινά και πού τελειώνει η ηθική και πού αρχίζει ατελεύτητα η υποκρισία. Ή, ακόμη χειρότερα, πού καταπίπτει το ιερό σύμβολο του αστισμού, ο γάμος, με συγγνωστές σιωπηρές συμφωνίες μεταξύ συμβαλλομένων συζύγων. (εφ. Ελευθεροτυπία, 23/8/2014)

Ετυμολογία

καταπίπτω < αρχαία ελληνική καταπίπτω < κατά + πίπτω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →