Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμπαθητικός

/sim.ba.θi.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για πρόσωπο προς το οποίο δείχνουμε συμπάθεια, διότι κάποια χαρακτηριστικά του μας αρέσουν ή τα εκτιμούμε, συμπαθής Βικιλεξικό
    • Δεν τον ξέρω καλά, αλλά μου φαίνεται συμπαθητικός άνθρωπος.
  2. καλούτσικος (για κάτι που μας αρέσει, αλλά όχι υπερβολικά) Βικιλεξικό
    • Είδα μια συμπαθητική ταινία χτες.
  3. ανατομίασχετικός με το αυτόνομο νευρικό σύστημα Βικιλεξικό
    • συμπαθητικό νευρικό σύστημα

Ετυμολογία

συμπαθητικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συμπαθητικός (συμπονετικός), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sympathique (δείτε συμπαθής) :* για το νευρικό σύστημα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συμπαθητικός με τη σημασία της φράσης νεῦρα ἀλλήλοις συμπαθῆ (→ δείτε τη λέξη συμπαθής)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμπαθητικόςσυμπαθητικήσυμπαθητικό
Γενικήσυμπαθητικούσυμπαθητικήςσυμπαθητικού
Αιτιατικήσυμπαθητικόσυμπαθητικήσυμπαθητικό
Κλητικήσυμπαθητικέσυμπαθητικήσυμπαθητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμπαθητικοίσυμπαθητικέςσυμπαθητικά
Γενικήσυμπαθητικώνσυμπαθητικώνσυμπαθητικών
Αιτιατικήσυμπαθητικούςσυμπαθητικέςσυμπαθητικά
Κλητικήσυμπαθητικοίσυμπαθητικέςσυμπαθητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →