συμπαθητικός
•
- για πρόσωπο προς το οποίο δείχνουμε συμπάθεια, διότι κάποια χαρακτηριστικά του μας αρέσουν ή τα εκτιμούμε, συμπαθής Βικιλεξικό
- Δεν τον ξέρω καλά, αλλά μου φαίνεται συμπαθητικός άνθρωπος.
- καλούτσικος (για κάτι που μας αρέσει, αλλά όχι υπερβολικά) Βικιλεξικό
- Είδα μια συμπαθητική ταινία χτες.
- ανατομίασχετικός με το αυτόνομο νευρικό σύστημα Βικιλεξικό
- συμπαθητικό νευρικό σύστημα
Ετυμολογία
συμπαθητικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συμπαθητικός (συμπονετικός), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sympathique (δείτε συμπαθής) :* για το νευρικό σύστημα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συμπαθητικός με τη σημασία της φράσης νεῦρα ἀλλήλοις συμπαθῆ (→ δείτε τη λέξη συμπαθής)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμπαθητικός | συμπαθητική | συμπαθητικό |
| Γενική | συμπαθητικού | συμπαθητικής | συμπαθητικού |
| Αιτιατική | συμπαθητικό | συμπαθητική | συμπαθητικό |
| Κλητική | συμπαθητικέ | συμπαθητική | συμπαθητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμπαθητικοί | συμπαθητικές | συμπαθητικά |
| Γενική | συμπαθητικών | συμπαθητικών | συμπαθητικών |
| Αιτιατική | συμπαθητικούς | συμπαθητικές | συμπαθητικά |
| Κλητική | συμπαθητικοί | συμπαθητικές | συμπαθητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →