συμπαρουσιάζω
•
- παρουσιάζω κάτι μαζί με κάποιον άλλον ή άλλους, από κοινού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμπαρουσιάζω < συμ- + παρουσιάζω, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική copresent
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συμπαρουσιάζω | συμπαρουσιάζεις | συμπαρουσιάζει | συμπαρουσιάζουμε | συμπαρουσιάζετε | συμπαρουσιάζουν / συμπαρουσιάζουνε |
| Παρατατικός | συμπαρουσίαζα | συμπαρουσίαζες | συμπαρουσίαζε | συμπαρουσιάζαμε | συμπαρουσιάζατε | συμπαρουσίαζαν / συμπαρουσιάζαν / συμπαρουσιάζανε |
| Αόριστος | συμπαρουσίασα | συμπαρουσίασες | συμπαρουσίασε | συμπαρουσιάσαμε | συμπαρουσιάσατε | συμπαρουσίασαν / συμπαρουσιάσαν / συμπαρουσιάσανε |
| Μέλλοντας | θα συμπαρουσιάζω / θα συμπαρουσιάσω | θα συμπαρουσιάζεις / θα συμπαρουσιάσεις | θα συμπαρουσιάζει / θα συμπαρουσιάσει | θα συμπαρουσιάζουμε / θα συμπαρουσιάσουμε | θα συμπαρουσιάζετε / θα συμπαρουσιάσετε | θα συμπαρουσιάζουν / θα συμπαρουσιάζουνε / θα συμπαρουσιάσουν / θα συμπαρουσιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συμπαρουσιάσει | έχεις συμπαρουσιάσει | έχει συμπαρουσιάσει | έχουμε συμπαρουσιάσει | έχετε συμπαρουσιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συμπαρουσιάσει | είχες συμπαρουσιάσει | είχε συμπαρουσιάσει | είχαμε συμπαρουσιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συμπαρουσιάσει / να συμπαρουσιάζω / να συμπαρουσιάσω | να έχεις συμπαρουσιάσει / να συμπαρουσιάζεις / να συμπαρουσιάσεις | να έχει συμπαρουσιάσει / να συμπαρουσιάζει / να συμπαρουσιάσει | να έχουμε συμπαρουσιάσει / να συμπαρουσιάζουμε / να συμπαρουσιάσουμε | να έχετε συμπαρουσιάσει / να συμπαρουσιάζετε / να συμπαρουσιάσετε | να συμπαρουσιάζουν / να συμπαρουσιάζουνε / να συμπαρουσιάσουν / να συμπαρουσιάσουνε |
| Προστακτική | — | συμπαρουσίαζε / συμπαρουσίασε | — | — | συμπαρουσιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
συμπαρουσιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →