συμπατριώτης
•
- που είναι από την ίδια χώρα Βικιλεξικό
- Τότε δ΄εγώ, ἐνθουσιώδης ἐπί τῇ εἰλικρινείᾳ, ὄχι μόνον θά ὑπεβαλλόμην εἰς τήν φορολογίαν, ἀλλά καί θά προσέθετον παρά ταίς ἄλλαις ξενογλώσσοις ἐκφράσεσι καί τήν λέξιν μπαχτσίσι διὰ τούς ἁπλουστέρους καὶ φιλοδώρημα διὰ τούς λογιωτάτους τῶν συμπατριωτῶν μου (Εστία, τόμος 17ος, Ιανουάριος - Ιούνιος, 1884, σελ. 136)
- ειδικότεραπου είναι από τον ίδιο τόπο Βικιλεξικό
- ομοεθνής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμπατριώτης < ελληνιστική < συν + πατριώτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συμπατριώτης | συμπατριώτες |
| Γενική | συμπατριώτη | συμπατριωτών |
| Αιτιατική | συμπατριώτη | συμπατριώτες |
| Κλητική | συμπατριώτη | συμπατριώτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →