πατριώτης
•
- αυτός που κατάγεται από την ίδια πατρίδα Βικιλεξικό
- και υποκοριστικό πατριωτάκι
- αυτός που τιμά, που αγαπάει την πατρίδα του, αυτός που θυσιάζεται γι' αυτήν Βικιλεξικό
- Ύστερα ο φλογερός πατριώτης Κώστας Κασομούλης έτρεξε βοήθεια στη Νάουσα, όπου τον περίμενε ο τίμιος και ηρωϊκός θάνατός του [μεταγραφή σε μονοτονικό]
Ετυμολογία
πατριώτης < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πατριώτης :* που τιμά την πατρίδα του < (άμεσο δάνειο) γαλλική patriote < υστερολατινική patriota < αρχαία ελληνική πατριώτης : Συγχρονικά αναλύεται σε πάτρ(ιος) + -ιώτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πατριώτης | πατριώτες |
| Γενική | πατριώτη | πατριωτών |
| Αιτιατική | πατριώτη | πατριώτες |
| Κλητική | πατριώτη | πατριώτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →