συμπονώ
•
- αντιλαμβάνομαι τον πόνο κάποιου (ψυχικό, συναισθηματικό, σωματικό), πάσχω μαζί του και αποπειρώμαι να του συμπαρασταθώ ή να τον ανακουφίσω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμπονώ < αρχαία ελληνική συμπονέω / συμπονῶ < σύν + πονέω / πονῶ < πόνος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συμπονώ | συμπονείς | συμπονεί | συμπονούμε | συμπονείτε | συμπονούν / συμπονούνε |
| Παρατατικός | συμπονούσα | συμπονούσες | συμπονούσε | συμπονούσαμε | συμπονούσατε | συμπονούσαν / συμπονούσανε |
| Αόριστος | συμπόνεσα | συμπόνεσες | συμπόνεσε | συμπονέσαμε | συμπονέσατε | συμπονέσαν / συμπονέσανε / συμπόνεσαν |
| Μέλλοντας | θα συμπονέσω / θα συμπονώ | θα συμπονέσεις / θα συμπονείς | θα συμπονέσει / θα συμπονεί | θα συμπονέσουμε / θα συμπονούμε | θα συμπονέσετε / θα συμπονείτε | θα συμπονέσουν / θα συμπονέσουνε / θα συμπονούν / θα συμπονούνε |
| Παρακείμενος | έχω συμπονέσει | έχεις συμπονέσει | έχει συμπονέσει | έχουμε συμπονέσει | έχετε συμπονέσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συμπονέσει | είχες συμπονέσει | είχε συμπονέσει | είχαμε συμπονέσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συμπονέσει / να συμπονέσω / να συμπονώ | να έχεις συμπονέσει / να συμπονέσεις / να συμπονείς | να έχει συμπονέσει / να συμπονέσει / να συμπονεί | να έχουμε συμπονέσει / να συμπονέσουμε / να συμπονούμε | να έχετε συμπονέσει / να συμπονέσετε / να συμπονείτε | να συμπονέσουν / να συμπονέσουνε / να συμπονούν / να συμπονούνε |
| Προστακτική | — | συμπόνει / συμπόνεσε | — | — | συμπονέστε / συμπονείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →